στυλοβάτης

στυλοβάτης
ο
1) постамент; 2) перен. опора, оплот; столп (уст. , ирон. );

στυλοβάτες της δημοκρατίας (επιστήμης) — оплот демократии (науки)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "στυλοβάτης" в других словарях:

  • στυλοβάτης — base of a column masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυλοβάτης — ο, ΝΑ, και δωρ. τ. στυλοβάτας Α βάση στύλου, υπόβαθρο, κν. στυλοπάτι νεοελλ. 1. μτφ. βασικός υποστηρικτής, θεμελιωτής («στυλοβάτης τής κυβέρνησης») 2. αρχαιολ. η άνω επιφάνεια τού κρηπιδώματος ναού η οποία αποτελείται από μεγάλες τετράγωνες… …   Dictionary of Greek

  • στυλοβάτης — ο 1. βάθρο κίονα. 2. μτφ., στήριγμα, υποστηρικτής, θεμελιωτής: Η βιοτεχνία αποτελεί το στυλοβάτη της οικονομίας αυτής της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στυλοβάται — στυλοβάτης base of a column masc nom/voc pl στυλοβάτᾱͅ , στυλοβάτης base of a column masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυλοβάτην — στυλοβάτης base of a column masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στυλοβάτῃ — στυλοβάτης base of a column masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρηπίδωμα ή κρηπίδα — Ονομασία, στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, του βάθρου πάνω στο οποίο οικοδομείται ένα μνημειακό κτίσμα. Το κ. αποτελείται από τρεις αναβαθμούς (σκαλοπάτια) με διαστάσεις μεγαλύτερες των κανονικών. Ο ανώτερος αναβαθμός αποκαλείται στυλοβάτης,… …   Dictionary of Greek

  • Νικόπολις — I Αρχαία πόλη της Ηπείρου, στον λαιμό της χερσονήσου της Πρέβεζας, που την ίδρυσε ο Αύγουστος μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 μ.Χ.). Η θέση όπου ιδρύθηκε η N. δεν είχε τα προσόντα για να ελκύσει την προσοχή των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek

  • Stylobate — In classical Greek architecture, a stylobate (Greek: στυλοβάτης) is the top step of the crepidoma, the stepped platform on which colonnades of temple columns are placed (it is the floor of the temple). The platform was built on a leveling course… …   Wikipedia

  • Stylobat — Der Unterbau des griechischen Tempels Der Stylobat oder Stylobates (griechisch ὁ στυλοβάτης von gr. ὁ στῦλος, die Säule, und ἡ βάσις, der Schritt, der Gang) ist die oberste Stufe der Krepis, des Stufenunterbaus griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Estilóbato — Saltar a navegación, búsqueda Estilóbato, en arquitectura, se denomina al escalón superior (o al plano superior) sobre el que descansa el templo griego; forma parte de la crepidoma: una plataforma escalonada que eleva el edificio por encima de la …   Wikipedia Español


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»